TOΣΟ ΟΜΟΡΦΑ04

«TOΣΟ ΟΜΟΡΦΑ» του ΓΙΟΝ ΦΟΣΣΕ
Από το «ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ»
Σε σκηνοθεσία ΓΙΑΝΝΗ ΧΟΥΒΑΡΔΑ

Ο Γιον Φόσσε δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός στην Ελλάδα. Ο Νορβηγός
συγγραφέας, λογοτέχνης και δοκιμιογράφος, θεωρείται στη χώρα του ως ο
σύγχρονος ανανεωτής της Νορβηγικής δραματουργίας.
Το «Τόσο όμορφα» που είδαμε στο Θέατρο του Νότου μας, δίνει και το στίγμα
αυτού του Βόρειου λογοτέχνη των φιόρδ, της σκιάς των τεράστιων βράχων, των
βουνών και των μαύρων κυμμάτων της ευρωπαϊκής πλευράς του Ατλαντικού.
Ο Γιον Φόσσε είναι ένας μυστικιστής της φύσης. Όχι παγανιστής της φύσης
όπως η δικιά μας λογοτεχνική παράδοση η εμπνευσμένη από το δημοτικό
τραγούδι. Γιατί ο μυστικιστής αντικειμενικοποιεί τον υποκειμενισμό του γι
αυτό και η φύση τον «αγριεύει», τον κλείνει στα βάθη και τη σιωπή, ενώ ο
παγανιστής ζει ενωμένος μ’ αυτήν, ξορκίζει με σύμβολα τον θάνατο. Ο
«υπερνατουραλισμός» όμως του Φόσσε είναι το όχημα της υπαρξιακής του
αγωνίας και όχι το βάλσαμό της. Ταυτίζει το σημαίνον με το σημαινόμενο. Η
αιώνια διαφορά της δύσης με την ανατολή.
Στο έργο, ένα ζευγάρι με την έφηβη κόρη τους περνά τις καλοκαιρινές του
διακοπές σ’ ένα παραθαλάσσιο χωριό όπου βρίσκεται και το πατρικό σπίτι του
συζύγου. Εκεί διαμένουν μαζί με τη μητέρα του. Διασταυρώνονται και με έναν
γείτονα, παιδικό φίλο, που έχει μείνει στο χωριό για πάντα. Ο άντρας είναι
καθηγητής μουσικής, ο φίλος έπαιζε μαζί του μουσική στα νεανικά τους
χρόνια, τώρα μόνο ψαρεύει και ζει με τη μητέρα του. Η κόρη θα συναντηθεί με
έναν άλλον νέο και θα φλερτάρουν όπως είναι φυσικό. Η μητέρα θα φλερτάρει
λίγο με τον άλλον άντρα, το γείτονα και ξαφνικά θα ζητήσει να φύγουν από το
χωριό. Πλήττει και νιώθει να πνίγεται. Και φεύγουν Η κόρη παραμένει για
λίγο ακόμα. Η γιαγιά είναι ούτως ή άλλως ευχαριστημένη. Με το ότι ήρθαν, με
το ότι την επισκέφτηκε ο γείτονας, με το ότι για λίγο έγιναν όλα όπως
παλιά, με το ότι τους κέρασε ένα σοκολατάκι, με το ότι η εγγονή θα
παραμείνει.
Η πλοκή είναι υποτυπώδης, ο λόγος ανακυκλώνεται στα αυτονόητα και
επαναλαμβάνεται με μουσική αρμονία. Η σιωπή είναι ενταγμένη στη «δράση».
Καλούμαστε να «ακούσουμε» τον λόγο ανάμεσα στις φράσεις. Αυτά δηλαδή που
δεν λέγονται. Εισαγωγή στο ανείπωτο. Το έργο δεν σκιαγραφεί χαρακτήρες,
ούτε αναπτύσσει την ψυχολογία τους. Μας κατευθύνει να εισέλθουμε σ’ έναν
χώρο ανάμεσά τους. Να διεισδύσουμε στη δυναμική των σχέσεων που
δημιουργούνται.
Ο Χουβαρδάς τοποθέτησε όλη τη δράση σ’ έναν σκηνικό χώρο που έμοιαζε με
εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο, ή αποθήκη , παραπέμποντας στο Λεμβοστάσιο που
αναφέρεται στο έργο (και που το ομώνυμο μυθιστόρημα του συγγραφέα
αποτέλεσε και τη βάση του θεατρικού έργου), διευρύνοντας όμως τα όριά του
τόσο, που να κλείσει και όλα τα πρόσωπα μέσα του, κάτι σαν ο εσωτερικός
ψυχικός τους κόσμος ν’ αποτελεί και το μόνο τους σπίτι.
Ετσι η πολυαναφερόμενη Φύση (η θάλασσα, ο ωκεανός, τα φιόρδ, τα βουνά και
τα βράχια) , με τους ήχους, το φως και το σκοτάδι της, υπάρχει μόνον ως
παραπομπή, μόνιμη αναφορά, ή ψευδαίσθηση.
Δεν ξέρω αν αυτός ήταν ο καλύτερος τρόπος για να οπτικοποιηθεί η αίσθηση
του συγγραφέα για τη ζωή, να παρασταθούν οι ανθρώπινες σχέσεις. Είχα την
αίσθηση ότι απέσπασε το έργο από τον συγγραφέα με μια εγκεφαλική μεταφορά.
Πάντως έχοντας αναθέσει σε έναν άριστο θίασο το καθήκον της παράστασης
αυτών των σχέσεων, της αναπαράστασης μιας ανθρώπινης κατάστασης, κατάφερε
οπωσδήποτε με έναν τρόπο να μας κινητοποιήσει. Η Ξένια Καλογεροπούλου,
(ξαφνικά μια γίηνη γιαγιά), ο Ακύλλας Καραζήσης (παρών στη μόνιμη απουσία
του), ο Νίκος Χατζόπουλος (αδρός στη σιωπή του), η Μαρία Κεχαγιόγλου
(εύγλωττα απροσάρμοστη), ο Γιάννος Περλέγκας (αθώος στη νεότητά του) και η
αέρινη παρουσία της Ιωάννας Παππά, έσωσαν την παράσταση από μια θανατηφόρα
πλήξη που την απειλούσε σοβαρά.

ΑΘΗΝΑ 15-4-04

ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ