TZENH KAREZH2005

Hταν τέτοιες μέρες, καλοκαίρι του 1992, συγκεκριμένα 26 Ιουλίου, όταν ήρθε
η αναπάντεχη είδηση. Η Τζένη Καρέζη μας είχε αφήσει για πάντα. Η θεατρική
συντεχνία, το συνάφι μας και τι ευτυχία να ανήκω κι εγώ σ’ αυτό, βουβάθηκε.
Τα πολύτιμα πράγματα στη ζωή, τις πολύτιμες παρουσίες, συνήθως τις θεωρούμε
αιώνιες, αμετάβλητες, εσαεί κτήμα μας. Κάτι σα θείο δώρο που μας δόθηκε και
κανείς δεν μπορεί να μας το πάρει. Ετσι κι εμείς. Θεωρούσαμε τη Τζένη δική
μας, ακόμα κι αν δεν είχαμε συνεργαστεί μαζί της, ακόμα κι αν δεν ανήκαμε
στον στενό κύκλο των φίλων της.
Όπως εσείς, το κοινό της (αλλά μήπως και μεις, κοινό της δε νιώθαμε)
είχαμε όλοι οικειοποιηθεί το πανέμορφο πρόσωπο με τα πεισματικά χείλη, την
περήφανη μύτη, τα πράσινα μάτια και το φως που αστραποβολούσε ολόκληρη.
Ποιος είπε ότι η μορφή δεν προϋποθέτει το περιεχόμενο; Στις ευτυχείς
συγκυρίες, τα χαρισματικά πλάσματα έχουν το πρόσωπο που ταιριάζει στο
εσωτερικό τους ήθος.
Ετσι ξαφνιαστήκαμε όταν τη χάσαμε. Και τότε την ανακαλύψαμε ξανά. Με μανία
φυσιοδήφη, ψάξαμε τα έργα που την πρωτόδαμε, θυμηθήκαμε συνεντεύξεις που
κάποτε διαβάσαμε, συνειδητοποιήσαμε ότι αυτή η γυναίκα, η θεατρίνα, η
ηθοποιός, που αποφάσισε ότι πρώτα είναι άνθρωπος και πολίτης της χώρας που
κατοικούσε κι έτσι έπαιρνε θέση με παρησσία σ’ ότι βασάνισε τον τόπο, ήταν
μια ξεχωριστή προσωπικότητα.
Εμείς οι νεώτεροι που είχαμε χάσει την πρώτη της θεατρική θητεία και
απολαμβάναμε την ωριμότητά της από την μεταπολίτευση και μετά, συμπληρώναμε
το κενό βλέποντας ξανά και ξανά τις κινηματογραφικές της ταινίες. Για 15
χρόνια που διήρκεσε η κινηματογραφική της καριέρα μας μετέφερε το
επαγγελματικό της ήθος και την ερμηνευτική της ευφορία. Παρότι ο φακός την
ερωτεύτηκε όσο λίγα πρόσωπα, αυτή δεν επέτρεψε ποτέ να ταυτιστεί με το
κινηματογραφικό της είδωλο. Τον εαυτόν της τον προόριζε για τα πιο δύσκολα.
Η Τζένη Καρέζη χωρίς να το ξέρει, υπήρξε δασκάλα όλων μας. Μας δίδαξε τι
σημαίνει δράμα και συγκίνηση ελεγχόμενη αλλά και κωμωδία που γι αυτήν
ισοδυναμούσε με τη σκωπτικότητα και τον αυτοσαρκασμό, το ρυθμό, την ατάκα,
τη συνένοχη ματιά που παίρνει το κοινό μαζί της, μας δίδαξε να σεβόμαστε
τη νοημοσύνη του κοινού, μα κυρίως ότι ο ηθοποιός πρέπει να διαθέτει πάνω
απ’ όλα ήθος.
37 ολόκληρα χρόνια στο θέατρο. Εκανε πρεμιέρα την 1.10.1954 στο θέατρο
Κοτοπούλη (ΡΕΞ) και η τελευταία της πρεμιέρα ήταν πάλι στις 27 Οκτωβρίου
1990 στο θέατρο ΑΘΗΝΑΙΟΝ που τώρα πιά έχει τ όνομά της. Η τελευταία της
αυλαία, ήταν τον Απρίλιο του 1991.
Μαθήτευσε δίπλα στα ιερά τέρατα του Εθνικού μας Θεάτρου, τον Δημήτρη
Ροντήρη και τον Αγγελο Τερζάκη, τον Γιώργο Παππά, την κυρία Κατερίνα και
τους άλλους. Ο Μινωτής και η Κατίνα Παξινού την εμπιστεύτηκαν από τα πρώτα
της βήματα. Το ίδιο και όλοι οι μεγάλοι πρωταγωνιστές της εποχής. Διαπρέπει
και στην κωμωδία και το δράμα και στο μπουλβάρ και στην τραγωδία, παίζει
Σαίξπηρ με την ίδια άνεση που παίζει Ψαθά, δίπλα στους πιο χαρισματικούς
μεταπολεμικούς κωμικούς. Παίζει ισάξια τόσο δίπλα στη Μελίνα Μερκούρη, το
Μινωτή, την Παξινού, τη Βαλάκου, το Γληνό, τη Χαλκούση και τους άλλους
μυθικούς πια ηθοποιούς, όσο και στον Φωτόπουλο, τον Ηλιόπουλο, τον Αυλωνίτη
, τον Κωσταντάρα, το Νέζερ και το Ζερβό.
Την εμπιστεύονται οι πιο σοβαροί σκηνοθέτες του τόπου μας, μέσα σε πέντε
μόλις χρόνια από την αποφοίτησή της, είχε ήδη πρωταγωνιστήσει σε 23 έργα
του ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου, απ’ όλα τα είδη του δράματος.
Το 1963 γίνεται η σημαδιακή συνάντηση με το μεγαλύτερο μεταπολεμικό μας
συγγραφέα τον Ιάκωβο Καμπανέλλη.
Μια συνάντηση που θα παίξει καταλυτικό ρόλο στις επιλογές της. Τολμάει ν’
αλλάξει ρεπερτόριο. Αυτή μία σταρ, θα στραφεί σε έργα με πολιτικό
περιεχόμενο, ακόμα σε μια εποχή που η ασφάλεια παρακολουθούσε και καταδίωκε
κάθε «αριστερό». Ανεβάζει λοιπόν «Τη γειτονιά των αγγέλων» σε μουσική του
Μίκη Θεοδωράκη, μια λαϊκή όπερα με συμπρωταγωνιστή το Νίκο Κούρκουλο.
Αργότερα το 1966 θα μπει στο μάτι του κυκλώνα με το «Βίβα Ασπασία». Ένα
έργο με αναφορές στην Εθνική αντίσταση. Παρόλες τις αντιδράσεις, απ’ όλες
τις πλευρές, το πείσμα της σε ότι θεωρεί σωστό, την κάνει να επιμένει.
Η Τζένη Καρέζη λίγο πριν τη Χούντα των συνταματαρχών είναι ήδη
πολιτικοποιημένη.
Και τον Ιούνιο του 1973, μαζί με τον αγαπημένο της Κώστα Καζάκο θα τολμήσει
ν’ ανεβάσει το «Μεγάλο μας τσίρκο» .Ένα σατυρικό σπονδυλωτό έργο του
Καμπανέλλη που στοχάζεται πάνω στην ιστορία της Ελλάδας και αποκαλύπτει
τους μηχανισμούς της εξάρτησης και της ξενοδουλίας στον τόπο μας. Το
ανέβασμα εκείνου του έργου, ισοδυναμούσε με πολιτική πράξη. Ο λαός της
Αθήνας το μυρίζεται και κάθε βράδυ έξω από το «Αθήναιον» της Πατησίων και
το «Ακροπόλ» που συνεχίστηκε το χειμώνα , γίνεται διαδήλωση.
Ετσι θεωρεί φυσικό να βρεθεί δίπλα στους φοιτητές του Πολιτεχνείου και την
κατάληψη, το Νοέμβριο του 1973. Γι αυτή της τη συμμετοχή θα συλληφθεί και
θα φυλακισθεί. Ουδέποτε όμως θα χρησιμοποιήσει αργότερα αυτή της τη δράση
για να δρέψει αντιστασιακές δάφνες . «Εγώ δεν έκανα τίποτε, συνήθιζε να
λέει». «Αλλοι, αυτοί που συνάντησα εκεί, ήταν οι πραγματικοί ήρωες».
Στη μεταπολίτευση μαζί με τον Κώστα Καζάκο, αποφασίζουν να στραφούν μόνιμα
σ’ ένα ρεπερτόριο αξιώσεων.
Ετσι τη συναντήσαμε εμείς οι νεώτεροι. Ως «Μάρθα» στη «Βιρτζίνια
Γούλφ» του Αλμπυ, «Εντα Γκάμπλερ» του Ιψεν, «Λιούμποβα» στο «Βυσσινόκηπο
του Τσέχωφ, «Μήδεια» του Ευρυπίδη, «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, «Αννα» στα
«Διαμάντια και Μπλουζ» της Αναγνωστάκη. Παραστάσεις δουλεμένες από τους
καλύτερους σύγχρονους σκηνοθέτες. Τον Ζυλ Ντασσέν, το Μίνωα Βολανάκη, τον
Εφρέμοφ και τον Στούρουα.
Το ξαναλέω. Εμείς οι νεώτεροι ηθοποιοί την έχουμε τοποθετήσει δίπλα στους
μύθους του θεάτρου μας.
Αυτούς που συνδίασαν την τέχνη με τη ζωή και τον άνθρωπο, που πόνεσαν για
τη μοίρα του τόπου μας, που άφησαν αχνάρια αρχοντιάς στο διάβα τους, που
γλύκαναν με την παρουσία τους τη ζωή όλων μας.
Γιατί όλοι μας πήραμε κάτι από τα χέρια της και το πράσινο, θαλασσινό της
βλέμμα. Ετσι θα την θυμόμαστε. Αυτή θα είναι η μνήμη μας.